αὐτοετής

αὐτο-ετής, ές, ([etym.] ἔτος)
A in or of the same year, of trees,

αὐτοετεῖς αὐαίνονται Thphr.HP3.7.1

;

ἔριφος J.AJ3.9.3

. Adv.

αὐτοετές

within the year,

Od.3.322

, D.C.36.37;

γεννᾶν Arist.HA562b12

; at one year old, ὀχεύεσθαι ib.545a24.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτοετής — αύτοετής, ές (Α) 1. αυτός που γίνεται μέσα στο ίδιο έτος με κάποιον άλλο 2. το ουδ. ως ουσ. αὐτοετές μέσα σ ένα χρόνο, εντός του έτους …   Dictionary of Greek

  • αὐτοετής — in masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοετῆ — αὐτοετής in neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αὐτοετής in masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) αὐτοετής in masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοέτει — αὐτοετής in masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) αὐτοετής in masc/fem/neut dat sg αὐτοέτεϊ , αὐτοετής in dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοετεῖς — αὐτοετής in masc/fem acc pl αὐτοετής in masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοετές — αὐτοετής in masc/fem voc sg αὐτοετής in neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόετες — αὐτοετής in masc/fem voc sg αὐτοετής in neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοετοῦς — αὐτοετής in masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοετῶν — αὐτοετής in masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έτος — Χρονικό διάστημα το οποίο χρειάζεται η Γη για να συμπληρώσει μία περιφορά γύρω από τον Ήλιο. Κατά το διάστημα αυτής της περιφοράς, η Γη εκτελεί 366 ολόκληρες περιστροφές –και ένα μέρος– γύρω στον άξονά της. Αν λάβουμε υπόψη τις διαδοχικές… …   Dictionary of Greek

  • υετής — Α (κατά τον Ησύχ.) «ἀυτοετής, Μαρσύας» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.